Η αγγλική Premier League αποτελεί το πιο «πλούσιο» ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα στον κόσμο. Με ένα σύνολο εσόδων που βρίσκεται κοντά στα 5.4 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, απέχει κατά πολύ, συγκεκριμένα περίπου 2 δισεκατομμύρια ευρώ από την ισπανική La Liga και την γερμανική Bundesliga, που ακολουθούν. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, πως από πολλούς θεωρείται ως το καλύτερο και πιο θεαματικό πρωτάθλημα στον πλανήτη. Ποδοσφαιριστές παγκόσμιας κλάσης όπως ο Mohamed Salah, o Sadio Mane, o Virgil van Dijk, o Sergio Aguero και ο Paul Pogba κοσμούν, ή τουλάχιστον κοσμούσαν πριν την έκρηξη της πανδημίας του Covid-19, κάθε Κυριακή τα αγγλικά γήπεδα, ενώ παλαιότερα είχαν διαπρέψει στους αγωνιστικούς χώρους της Γηραιάς Αλβιόνας αστέρες όπως ο Cristiano Ronaldo, o Thierry Henry και ο Patrick Vieira. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της οικονομικής δυναμικής που διαθέτει το ποδόσφαιρο στην Αγγλία, αποτελεί το γεγονός πως μετά από τα πέντε «μεγάλα» ευρωπαϊκά πρωταθλήματα (Αγγλική Premier league, Ισπανική La Liga, Γερμανική Bundesliga, Ιταλική Serie A και Γαλλική Ligue 1), το έκτο οικονομικά ισχυρότερο πρωτάθλημα είναι η Championship, η δεύτερη εθνική κατηγορία της Αγγλίας. Ποιες, όμως, είναι οι συνέπειες του αποκαλούμενου «Brexit», το οποίο υπεγράφη στις 24 Ιανουαρίου 2020 και τέθηκε σε ισχύ 8 ημέρες μετά για το αγγλικό ποδόσφαιρο; Ποια τα στοιχειά και τα δεδομένα για το ποδόσφαιρο, στην χώρα που, δικαίως, επαίρεται ότι το προσέφερε στην ανθρωπότητα;
Αρχικά, η αποχώρηση της Μ. Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση αυτομάτως συνεπάγεται και την έξοδό της από τον χώρο της ελεύθερης μετακίνησης των πολιτών ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Αυτό σημαίνει πως οι κανόνες μετανάστευσης και εργασίας, όπως αυτοί παγιωθούν και διαμορφωθούν κατόπιν της μεταβατικής περιόδου που έχει συμφωνηθεί, θα εφαρμόζονται και για τους Ευρωπαίους ποδοσφαιριστές που θέλουν να αγωνιστούν στα βρετανικά πρωταθλήματα. Ουσιαστικά, θα απαιτείται (και) γι' αυτούς η κατοχύρωση άδειας παραμονής και εργασίας, η οποία , με βάση τα έως σήμερα δεδομένα, θέτει δυο πολύ βασικά κριτήρια προκειμένου να μπορεί να αποκτηθεί, δηλαδή την διεθνή αναγνώριση του αθλητή (μέσω, για παράδειγμα, των συμμετοχών του στην εθνική ομάδα της χώρας του, το επίπεδο στο οποίο αγωνιζόταν, τα χρήματα που δαπανήθηκαν για την μεταγραφή του) καθώς και την απόδειξη ότι η απόκτηση αυτού του αθλητή μπορεί να συνεισφέρει στην ανάπτυξη του ποδοσφαίρου στην Μ. Βρετανία. Όπως εύστοχα παρατήρησε ο Laurie Shaw, σε μια σύντομη έρευνα του που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα FiveThirtyEight, σε σύνολο 1022 Ευρωπαίων ποδοσφαιριστών που έχουν μεταγραφεί στην αγγλική Premier League από το 1998 έως και το 2018, το 58% δεν θα ικανοποιούσε τα σημερινά κριτήρια για την απόκτηση άδειας παραμονής και εργασίας και, επομένως, δεν θα μπορούσε να αγωνιστεί.
Αρχικά, η αποχώρηση της Μ. Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση αυτομάτως συνεπάγεται και την έξοδό της από τον χώρο της ελεύθερης μετακίνησης των πολιτών ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Αυτό σημαίνει πως οι κανόνες μετανάστευσης και εργασίας, όπως αυτοί παγιωθούν και διαμορφωθούν κατόπιν της μεταβατικής περιόδου που έχει συμφωνηθεί, θα εφαρμόζονται και για τους Ευρωπαίους ποδοσφαιριστές που θέλουν να αγωνιστούν στα βρετανικά πρωταθλήματα. Ουσιαστικά, θα απαιτείται (και) γι' αυτούς η κατοχύρωση άδειας παραμονής και εργασίας, η οποία , με βάση τα έως σήμερα δεδομένα, θέτει δυο πολύ βασικά κριτήρια προκειμένου να μπορεί να αποκτηθεί, δηλαδή την διεθνή αναγνώριση του αθλητή (μέσω, για παράδειγμα, των συμμετοχών του στην εθνική ομάδα της χώρας του, το επίπεδο στο οποίο αγωνιζόταν, τα χρήματα που δαπανήθηκαν για την μεταγραφή του) καθώς και την απόδειξη ότι η απόκτηση αυτού του αθλητή μπορεί να συνεισφέρει στην ανάπτυξη του ποδοσφαίρου στην Μ. Βρετανία. Όπως εύστοχα παρατήρησε ο Laurie Shaw, σε μια σύντομη έρευνα του που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα FiveThirtyEight, σε σύνολο 1022 Ευρωπαίων ποδοσφαιριστών που έχουν μεταγραφεί στην αγγλική Premier League από το 1998 έως και το 2018, το 58% δεν θα ικανοποιούσε τα σημερινά κριτήρια για την απόκτηση άδειας παραμονής και εργασίας και, επομένως, δεν θα μπορούσε να αγωνιστεί.


